background
logotype

Tο μονοπάτι της μη αντίστασης

Το αϊκίντο είναι ένα σύνθετο και σύγχρονο σύστημα τεχνικών αυτοάμυνας, η σύλληψη και η εκτέλεση των οποίων βασίζεται σε ορισμένες αρχές. Ο Μοριχέι Ουσίμπα όρισε το αϊκίντο ως ‘το μονοπάτι της μη αντίστασης’. Τι σημαίνει όμως αυτή η αρχή και πώς εφαρμόζεται στην πράξη;

Περιγραφή και εξήγηση της αρχής

Μια απλή εξήγηση της αρχής αυτής είναι ότι στο αϊκίντο μαθαίνουμε να μην απαντούμε στη δύναμη με δύναμη, διότι έτσι μπλοκάρεται η επίθεση σε σημείο που να νικά αυτός τελικά που έχει την μεγαλύτερη σωματική ρώμη. Για το λόγο αυτό σε ορισμένες τεχνικές, ο αμυνόμενος απομακρύνεται έγκαιρα από την ευθεία γραμμή στην οποία εκδηλώνεται η επίθεση. Με άλλα λόγια, σε ενδεχόμενη επίθεση η αντίδρασή μας είναι να αποφύγουμε το σημείο στο οποίο στοχεύει ο επιτιθέμενος και όπου βάζει όλη του τη δύναμη. Σε μια δεύτερη φάση, η άμυνα υπερκεράζει θα λέγαμε την επίθεση συμπλέοντας με την κίνηση και τη δύναμη που κατευθύνεται επάνω μας, με σκοπό τη διοχέτευσή της σε πιο ακίνδυνα σημεία (βλ. άρθρο ΑΙΚΙ ~ Η τέχνη της σύμπλευσης).

Η αρχή της αντίστασης δε σημαίνει, δηλαδή, ότι αποδέχεται κανείς παθητικά αυτό που του συμβαίνει, αλλά ότι ενεργεί με ευελιξία και γνώμονα την ανακατάληψη της ροής και της ενέργειας της επίθεσης, ώστε να μπορέσει να την ανακατευθύνει και να την εξουδετερώσει.

Ένας λόγος για την υιοθέτηση μιας τέτοιας τακτικής στην άμυνα, στηρίζεται στην άποψη ότι η πιο αποτελεσματική άμυνα είναι αυτή για την οποία ο επιτιθέμενος δεν έχει υπολογίσει τις πιθανές αντιδράσεις του αμυνόμενου, που όταν εκδηλωθούν τον βρίσκουν απροετοίμαστο. Επομένως, όταν κάποιος επιτίθεται για οποιοσδήποτε λόγους έχει υπολογίσει να χτυπήσει με δύναμη, και όταν δεν υπάρξει παρόμοια αντίδραση από τον αμυνόμενο, τότε η επίθεση πέφτει στο ‘κενό’, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η άμυνα στο αϊκίντο εκφράζεται με σκοπό την μη επιθετική κατάληξη της σύγκρουσης και όχι την περαιτέρω όξυνσή της. Έτσι για να μην έχουμε σύγκρουση και άσκηση βίας, στην οποία θύμα μπορεί να είναι τόσο ο επιτιθέμενος όσο και ο αμυνόμενος, δεν θα πρέπει να ασκούμε βία ούτε και ως αμυνόμενοι. Μπορεί καμμιά φορά να απειλούμε ότι μπορεί να την χρησιμοποιήσουμε, αλλά δεν μαθαίνουμε ποτέ πώς να φέρουμε εις πέρας την απειλή χρήσης βίας. Πρόκειται πολλές φορές για ένα είδος ψυχολογικής άμυνας περισσότερο, χρησιμοποιώντας δηλαδή μέσα εντυπώσεων και κανόνες κοινής ψυχολογίας, ώστε η επίθεση να ανακατευθυνθεί και να διοχετευθεί σε πιο ακίνδυνα σημεία.

Μια σειρά άλλων αρχών προκύπτουν επιπλέον από την αρχή της ‘μη αντίστασης’, τις οποίες αναλύουμε στα μαθήματα και σύμφωνα με τις οποίες ασκούμεθα. Μια απ’ αυτές αναφέρει ότι οφείλουμε να προστατεύουμε τον εαυτό μας από κακόβουλες επιθέσεις και από κινδύνους και ότι επιπλέον έχουμε ηθική υποχρέωση να πράξουμε κάτι τέτοιο. Μια δεύτερη αρχή όμως που διέπει τις σχέσεις των ανθρώπων είναι ότι δεν επιτρέπεται να ασκούμε βία στους άλλους. Επομένως, το ερώτημα στο οποίο προσπαθεί να δώσει απάντηση το αϊκίντο είναι αν είναι εφικτό να αμυνθεί κανείς αποτελεσματικά και ταυτοχρόνως να μην υποπέσει στο λάθος να χρησιμοποιήσει τα ίδια μέσα, που χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι η αρχή της μη αντίστασης και της μη επιθετικής άμυνας.

Εφαρμογή της αρχής της μη-αντίστασης

Προϋπόθεση επιτυχίας όμως αυτής της αρχής είναι ότι επιλέγουμε να αμυνθούμε σε μια γραμμή ή ένα σημείο στο οποίο η δύναμη του επιτιθέμενου είναι εξασθενισμένη. Μετακινούμε λοιπόν όλο μας το σώμα σε περίπτωση επίθεσης εκτός της νοητής γραμμής τής επίθεσης. Με τον τρόπο αυτό η αντίσταση και οι τεχνικές, που ακολουθούν δεν προσπαθούν να εξισορροπήσουν ή να ξεπεράσουν σε δύναμη και ορμή, την ενέργεια και τη δύναμη που κατευθύνεται επάνω μας (βλ. άρθρο για το ΑΙΚΙ ~ Η τέχνη της σύμπλευσης).

Το μονοπάτι της ‘μη αντίστασης’ είναι όμως μακρύ, αφού χρειάζεται να ασκηθούμε αρκετά, ώστε να ξεμάθουμε αρκετές αυτοματοποιημένες κινήσεις στο σώμα μας, τα λεγόμενα αντανακλαστικά, σύμφωνα με οποία πορευτήκαμε οι περισσότεροι από μας για πολλά χρόνια. Η αποδοχή μιας επίθεσης και η διατήρηση της ψυχραιμίας είναι δύσκολη και σε σωματικό και σε ψυχολογικό επίπεδο. Για το λόγο αυτό μαθαίνουμε ταυτόχρονα να διατηρούμε την ηρεμία, κάτι το οποίο επιτυγχάνεται με τη γνώση και την προπόνηση, στην οποία καλλιεργείται η ενσυναίσθηση ότι στην άμυνα μας δεν θα πρέπει να ψάχνουμε το σημείο τριβής, το σημείο σύγκρουσης δηλαδή, αλλά το σημείο που είναι ‘κενό’ από την ενέργεια και τη δύναμη του αντιπάλου, ενώ ταυτόχρονα η έγνοια μας και η προσοχή είναι ουδέτερη, ώστε να ανεβάσουμε το επίπεδο αντιληπτικότητας του κινδύνου, να μετρήσουμε τη δυναμική του και να πράξουμε αναλόγως.

Προς επιτυχία του ως άνω σκοπού, η προσοχή μας μεταβαίνει από το δικό μας σημείο ΚΙ, που είναι κοντά στο κέντρο βάρους μας, προς τον επιτιθέμενο και επιστρέφει στο δικό μας ΚΙ, που είναι το κέντρο από το οποίο πηγάζει η κίνησή μας. Δεν κοιτάμε στα μάτια τον επιτιθέμενο, αλλά σε ένα σημείο πίσω απ’ αυτόν. Έτσι, η κίνησή μας διατρέχει λιγότερο τον κίνδυνο να μπλοκαριστεί, το σώμα μας είναι ενιαίο, οι ώμοι χαμηλά και ελεύθεροι, ενώ το σώμα στερεώνει την ισορροπία του σθεναρά στα πόδια. Τα πόδια είναι ριζωμένα στο πάτωμα θα λέγαμε, που είναι πολύ σημαντικό, για να είμαστε όρθιοι και σε ισορροπία. Η στάση μας είναι βαριά και ελαφριά ταυτόχρονα, διότι κάθε θέση είναι προσωρινή και οφείλουμε να είμαστε έτοιμοι για την επόμενη.

Έμπειροι δάσκαλοι του αϊκίντο, όπως είναι ο Σουγκάνο Σενσέι (Sugano, Sensei), απαντούν ότι έχουμε να επιλέξουμε ανάμεσα από τρεις τρόπους και δρόμους αντίστοιχα, για να αμυνθούμε. Τρόπος 1ος: να προσπαθήσουμε να εξαλείψουμε από προσώπου γης τον αντίπαλο. Τρόπος 2ος: να τον σακατέψουμε τόσο πολύ που η επίθεση να αποβεί εν τέλει άκαρπη και κατόπιν ακίνδυνη τουλάχιστον για μας προσωπικά. Τρόπος 3ος: η κατάληξη της επίθεσης να είναι μη βίαιη, τόσο για τον επιτιθέμενο όσο και για τον αμυνόμενο, να βγουν και οι δυο δηλαδή από μια σύγκρουση σώοι και όσο το δυνατόν αβλαβείς! (Οι πληροφορίες προέρχονται από σεμινάριο, που παρακολούθησε η γράφουσα στην Ολλανδία στη δεκαετία του 1990). Στο αϊκίντο ακολουθούμε τον τρίτο τρόπο. Πολλές απαντήσεις στο πρόβλημα επιθέσεων και δύσκολων καταστάσεων καλλιεργούν τεχνικές και τρόπους αντιμετώπισης που εμπίμπτουν στο πρώτο ή στο δεύτερο τρόπο, χρησιμοποιώντας την ταχύτητα ως κύριο μέσο μαζί με χτυπήματα στο πρόσωπο ή και σε άλλα ευαίσθητα μέρη του σώματος.

Στο αϊκίντο δεν μαθαίνουμε να χτυπάμε, με αποτέλεσμα πολλοί να αναρωτιούνται αν είναι όντως αποτελεσματικό σε πραγματικές συνθήκες επίθεσης. Και αναρωτιούνται, διότι έχουν και έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε (σε ταινίες) είτε εξολοθρεύσεις ανθρώπων, είτε τραγικά σακατέματα, που εκ των πραγμάτων ακινητοποιούν τον επιτιθέμενο ή τον οποιοδήποτε δράστη, αλλά ακόμη και ένα θύμα. Θα αποφύγω προς το παρόν μια γενικευμένη και ίσως απλοποιητική κριτική για το φαινόμενο της βίας, καθώς αυτό χρήζει άλλου τύπου ανάλυση. Το θέμα νομίζω είναι να κατανοήσουμε τις αρχές του αϊκίντο, για να μπορούμε να τις καλλιεργήσουμε και να τις αναπτύξουμε περαιτέρω. Γιατί οι αρχές αυτές αναπτύσσουν και καλλιεργούν το πνεύμα και τον πολιτισμό, ενώ ταυτόχρονα μας προφυλλάσουν από κακόβουλες και επικίνδυνες επιθέσεις.

Στο αϊκίντο μαθαίνουμε να ασκούμε την μη επιθετική άμυνα εμπεδώνοντας τις σχετικές αρχές σε πολλά επίπεδα, νοητικά, συναισθηματικά, ψυχολογικά, σωματικά και κινητικά. Αποτελεί το αϊκίντο κι ένα δρόμο, εξ ου και η συλλαβή Do, που απαιτεί προσπάθεια και κόπο για να γίνει κτήμα μας, και η οποία προσπάθεια θα αποδώσει καρπούς εν καιρώ με την κατάκτηση βαθύτερης γνώσης, εσωτερικής γαλήνης και ισορροπίας.

© 2010 Β. Ν. Καντζάρα

Σημ.: Η παράθεση αποσπασμάτων επιτρέπεται, όταν αναφέρεται το κείμενο αυτό ως πηγή.

 @ 2018  Aikido School Athens